Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

1057/2011 Α.Π. Χαράλαμπο Δημάδη (Μη συμμόρφωση της κατηγορουμένης –μητρός σε δικαστική απόφαση.)


[          ][          ][          ][          ][          ][          ][          ][          ][          ][          ][          ]

  (Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Μη συμμόρφωση σε διάταξη δικαστικής απόφασης. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Μη συμμόρφωση της κατηγορουμένης - μητρός σε δικαστική απόφαση, που ρύθμιζε τον τρόπο επικοινωνίας του εγκαλούντος με τον ανήλικο υιό τους. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.
  
Αριθμός 1057/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη- Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Χριστόφορο Κοσμίδη, σύμφωνα με την υπ`αριθμό 66/2010 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγχελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γουσέτη, για αναίρεση της υπ`αριθ.1967/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Καβάλας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 133/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 232 Α του Π.Κ. " Όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του ή σε διάταξη εισαγγελέα σχετικά με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ ιδιώτη και δημοσίου ή Ο.Τ.Α. ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ. τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της δικαστικής αποφάσεως συνιστά και η έλλειψη της υπό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τοιαύτη δε έλλειψη, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ`αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, διά των οποίων έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που απεδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των, αρκεί να προκύπτει ανενδοιάστως ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος περί της ενοχής του κατηγορουμένου το δικαστήριο της ουσίας συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο, επιλεκτικώς, ορισμένα από αυτά.
Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθώς και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήσσεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο που την εξέδωσε εδέχθη, ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται κατά το είδος τους, απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι στην Χρυσούπολη Καβάλας κατά τον παρακάτω χρόνο, η κατηγορούμενη τέλεσε το αδίκημα της μη συμμόρφωσης σε διάταξη δικαστικής απόφασης και ειδικότερα ενώ με την υπ` αριθμ. 1886/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας ρυθμίστηκε προσωρινά ο τρόπος επικοινωνίας του εγκαλούντος με τον ανήλικο υιό τους, σύμφωνα με τον οποίο εδικαιούτο αυτός (εγκαλών) να παραλαμβάνει το τέκνο ώρα 10.00 κάθε πρώτη και τρίτη Κυριακή, έως ώρα 21.30, εντούτοις αυτή (κατηγορουμένη), την 17.9.2006, ημέρα Κυριακή, απουσίαζε από την οικία της απ` όπου ο εγκαλών έπρεπε να παραλάβει το τέκνο του, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η επικοινωνία του μ` αυτό, παρά μόνον μετά από παρέμβαση των αστυνομικών οργάνων και με καθυστέρηση 2,5 ωρών. Με τον τρόπο αυτό η κατηγορουμένη παραβίασε με πρόθεση το διατακτικό της άνω αποφάσεως. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αβίαστα από τις συνδυασμένες καταθέσεις όλων των μαρτύρων (εγκαλούντων, μητέρας του και πεθεράς του), καθόσον δεν αμφισβητείται από την κατηγορουμένη το γεγονός ότι δεν παρέδωσε ως όφειλε το ανήλικο στον πατέρα του, στον καθορισμένο τόπο και χρόνο. Προβάλλει ωστόσο -μέσω του συνηγόρου της που την εκπροσωπεί στην παρούσα δίκη- τον ισχυρισμό, ότι το τέκνο κατά την συγκεκριμένη ημέρα ήταν άρρωστο και έπρεπε να επισκεφτεί παιδίατρο όπως και έπραξε προκειμένου να του χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή (βλ. κατάθεση μητέρας της κατηγορουμένης). Ο ισχυρισμός όμως αυτός και αληθής υποτιθέμενος δεν αναιρεί την πρόθεση της κατηγορουμένης να παραβιάσει το διατακτικό της προαναφερομένης απόφασης, αφού ευχερώς θα μπορούσε -σε περίπτωση που επρόκειτο για αιφνίδια ασθένεια και αναπότρεπτη ανάγκη να επισκεφτεί εκείνη τη χρονική στιγμή (ημέρα Κυριακή) τον ιατρό- να ειδοποιήσει εγκαίρως τον εν διαστάσει σύζυγο της (μέσω κινητού τηλεφώνου), δοθέντος ότι γνώριζε την υποχρέωση της να βρίσκεται την ίδια ώρα στην οικία για να του παραδώσει το τέκνο καθώς επίσης και ότι ο εγκαλών ουδέποτε αμέλησε ή καθυστέρησε την προσέλευση του την καθορισμένη ώρα παραλαβής του τέκνου. Ωστόσο όχι μόνον δεν το έπραξε, αλλά αντιθέτως εξαφανίστηκε μαζί με το τέκνο για διάστημα 2,5 ωρών, εντός του οποίου, λογικά, θα έπρεπε ήδη να είχε φροντίσει να παρασχεθεί ιατρική φροντίδα σ` αυτό και να έχει επιστρέψει στην οικία της. Αντιθέτως, όταν ο εγκαλών συνάντησε την κατηγορουμένη με το τέκνο τους, αυτή ισχυρίστηκε τότε ότι το τέκνο έχριζε ιατρικής φροντίδας και για τον λόγο αυτό έλειπε για διάστημα 2,5 ωρών, ενώ παράλληλα αρνήθηκε να του το παραδώσει, πράγμα που έπραξε μόνον μετά από αστυνομική συνδρομή κατόπιν αιτήσεως του εγκαλούντος. Ο ισχυρισμός αυτός της κατηγορουμένης, υπό τις άνω συνθήκες κρίνεται προσχηματικός, με την έννοια ότι η κατηγορούμενη χρησιμοποίησε την ελαφρά ασθένεια του υιού της και την ανάγκη επίσκεψης σε ιατρό, προκειμένου να αποφύγει την παράδοση του τέκνου στον πατέρα του. Εξάλλου ο εγκαλών, που εκμεταλλεύεται κάθε δυνατότητα που του παρέχει ο νόμος, προκειμένου να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επικοινωνία με το τέκνο του που υπεραγαπά (με σωρεία αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και εγκλήσεων κατά της κατηγορουμένης για παραβίαση του διατακτικού των οικείων αποφάσεων), είναι άτομο που δεν επρόκειτο να επιδείξει αδιαφορία για την υγεία του τέκνου σε περίπτωση που υφίστατο ανάγκη (όπως και έπραξε μόλις παρέλαβε το τέκνο με την συνδρομή των αστυνομικών οργάνων), γεγονός που σαφώς τελούσε σε γνώση της κατηγορουμένης, η οποία όφειλε να εμπιστευτεί τον έχοντα ισότιμο δικαίωμα με την ίδια, πατέρα του τέκνου, να μεριμνήσει για την παροχή ιατρικής περίθαλψης και την χορήγηση θεραπευτικής αγωγής σ` αυτό, σε κάθε δε περίπτωση όφειλε να τον ειδοποιήσει για τον γεγονός ότι δεν θα βρίσκεται εντός της οικίας της κατά τον καθορισμένο χρόνο, λόγω έκτακτης ανάγκης, ενημερώνοντας τον παράλληλα για τον τόπο όπου θα μπορούσε να παραλάβει το τέκνο, αμέσως μετά την χορήγηση της κατάλληλης ιατρικής φροντίδας. Η αδιαφορία ωστόσο της ιδίας να το πράξει και κατόπιν η άρνηση της να παραδώσει το ανήλικο στον πατέρα του, καταδεικνύει την σαφή πρόθεση της να παραβιάσει το διατακτικό της άνω αποφάσεως και ως εκ τούτο πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για την αποδιδόμενη σ` αυτήν πράξη." Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο εκήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 232Α του Π.Κ. και της επέβαλλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την, από τις ρηθείσες διατάξεις, επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, για την οποία κατεδικάσθη η αναιρεσειουσα, αφού εκτίθενται σ`αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους αυτά υπήχθησαν στην εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 232Α του Π.Κ.. Επομένως οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Π.Κ. προβαλλόμενες αιτιάσεις με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Οι στον ίδιο δε λόγο προβαλλόμενες αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των μαρτυρικών καταθέσεων, ως πλήττουσες, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, την περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες. Ακολούθως προς τα ανωτέρω η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και καταδικασθεί η αναιρεσειουσα στα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/1/2010 αίτηση της Μ. Κ. του Γ. για αναίρεση της υπ` αρίθμ 1967/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Και

Καταδικάζει την αναιρεσειουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ        Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

42/2010 Α.Π. Δημήτριος Πατινίδης. (Μη παράδοση τέκνων στον εγκαλούντα για να επικοινωνεί ως πατέρας με αυτά, καίτοι υπήρχε προσωρινή διαταγή)


(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Μη συμμόρφωση με προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου. Πραγματικά περιστατικά. Μη παράδοση τέκνων στον εγκαλούντα για να επικοινωνεί ως πατέρας με αυτά, καίτοι υπήρχε προσωρινή διαταγή.
Ποινική Δικονομία. Αναίρεση.
Λόγοι.
Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Αιτίαση ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκε το αρ. 232 Α ΠΚ αφού δεν προηγήθηκε κοινοποίηση προς τη μητέρα επιταγής προς συμμόρφωση. Η προσωρινή διαταγή εκτελείται αμέσως δίχως απόγραφο ή κοινοποίηση αντιγράφου στον καθ΄ ου. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αιτίαση μη αιτιολόγησης του δόλου. Δεν απαιτείται ειδική αιτιολόγηση του δόλου διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών. Αναβολή. Αιτιολογημένη η απόρριψη του αιτήματος αναβολής, δεδομένου ότι δεν προσκομίστηκε ιατρική βεβαίωση από την οποία να προκύπτει η αδυναμία της μάρτυρος να εμφανιστεί. Ισχυρισμοί αυτοτελείς.
Ελαφρυντικές περιστάσεις. Δεν προσδιορίστηκαν τα αιτούμενα ελαφρυντικά.
Πραγματική πλάνη. Δεν υπεβλήθη τέτοιος ισχυρισμός. Υπέρβαση εξουσίας και υλική αναρμοδιότητα. Προσδιορισμός υλικής αρμοδιότητας. Κρίνεται κατά το χρόνο εισαγωγής στο πρωτόδικο δικαστήριο. Μεταγενέστερος νομοθετικός χαρακτηρισμός δεν επηρεάζει την υλική αρμοδιότητα του Εφετείου. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.

 Αριθμός 42/2010

 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

 ΣΤ` Ποινικό Τμήμα

 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

 Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαρία - Πηνελόπη Λιακόγκονα, περί αναιρέσεως της 3606/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη.

 Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως καθώς και στο από 29 Οκτωβρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αίτησης) που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 640/2009.

 Αφού άκουσε

 Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.

 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Σύμφωνα με το άρθρο 232Α ΠΚ, όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε με προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του ή σε διάταξη εισαγγελέα σχετική με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου ή ΟΤΑ ή άλλου ΝΠΔΔ, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 700 § 3 του Κ.Πολ.Δ., οι προσωρινές διαταγές που αναφέρονται στο άρθρο 691 § 2 εκτελούνται μόλις καταχωριστούν, κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, με βάση σημείωση του δικαστή που τις εξέδωσε και, αν πρόκειται για πολυμελές δικαστήριο, του προέδρου του.

 Συνεπώς η προσωρινή διαταγή εκτελείται αμέσως, δηλαδή χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε προδικασίας, δίχως απόγραφο ή κοινοποίηση αντιγράφου της στον καθ`ου η εκτέλεση ή προηγούμενη επίδοση επιταγής ή πάροδο οποιασδήποτε προθεσμίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο.

 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως παραπονείται η αναιρεσείουσα ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 232α ΠΚ, με το να δεχθεί ότι στοιχειοθετήθηκε στην προκείμενη περίπτωση κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά του στοιχεία το αδίκημα της παράβασης του άρθρου 232α ΠΚ, για το οποίο την κήρυξε ένοχη, καίτοι δεν είχε προηγηθεί κοινοποίηση προς αυτήν επιταγής προς συμμόρφωση, κάτω από το αντίγραφο της φερομένης ως παραβιασθείσας προσωρινής διαταγής, το οποίο της επιδόθηκε, και παρέλευση 24 ωρών από την κοινοποίηση. Ο από το από άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ αυτός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν απαιτείται επίδοση επιταγής ή πάροδος οποιασδήποτε προθεσμίας για να εκτελεσθούν τα όσα αναφέρονται στην προσωρινή διαταγή.

 Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως παραπονείται η αναιρεσείουσα ότι το δικαστήριο δεν αιτιολόγησε τον δόλο της. Ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ αυτός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά τον κοινό δόλο που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 232α του Π.Κ., γιατί ο δόλος αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του.

 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, που αναφέρεται στους χρόνους τέλεσης των πράξεων του κατ` εξακολούθηση εγκλήματος του άρθρου 232α ΠΚ, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, (μη παράδοση από αυτήν των τέκνων στον εγκαλούντα για να επικοινωνήσει ως πατέρας με αυτά), υπό το πρόσχημα της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, που δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με το θέμα αυτό, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ αυτός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και απορριπτέος.

 Με τον τέταρτο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι αναιτιολόγητα απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός της περί πραγματικής πλάνης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, δεν υποβλήθηκε κατά την διαδικασία στο ακροατήριο τέτοιος ισχυρισμός.

 Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως παραπονείται η αναιρεσείουσα ότι αναιτιολόγητα το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής που υπέβαλε στο δικαστήριο, προκειμένου να προσέλθει στο δικαστήριο και εξετασθεί ως μάρτυρας υπερασπίσεως η αδελφή της, η οποία δεν μπορούσε λόγω ασθενείας να προσέλθει την ημέρα εκείνη. Από την προσβαλλόμενη 3606/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε κατ` έφεση κατά αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχθηκε επί του θέματος αυτού τα εξής: "Κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου της 4-6- 2008, η δίκη αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, λόγω κωλύματος του συνηγόρου υπεράσπισης της κατηγορουμένης. Ήδη η κατηγορουμένη υποβάλλει νέο αίτημα αναβολής λόγω ασθενείας της αδελφής της ..., την εξέταση της οποίας ως μάρτυρας επιθυμεί να προτείνει. Δεδομένου ότι δεν προσκομίσθηκε ιατρική βεβαίωση από την οποία να προκύπτει η αδυναμία της ως άνω να εμφανισθεί σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου και του ότι η μη προσέλευσή της δεν καθιστά αδύνατη την διεξαγωγή της δίκης, πρέπει το υποβληθέν αίτημα να απορριφθεί". Η παραπάνω αιτιολογία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, γι` αυτό ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

 Κατά το άρθρ. 119 § 1 ΚΠΔ, η αρμοδιότητα σύμφωνα με τα άρθρα 109-115 προσδιορίζεται εκ του χαρακτηρισμού της πράξεως από τον ποινικό κώδικα ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος, που βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά, τα οποία περιέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στην κλήση του εισαγγελέα. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 112 §§ 1 και 3 και 114 § 1 του ιδίου κώδικα ορίζονται τα πλημμελήματα τα οποία δικάζουν το Τριμελές και το Μονομελές Πλημμελειοδικείο σε πρώτο βαθμό, ως και το δικαστήριο που δικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η εξουσία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προς εκδίκαση εφέσεως στηρίζεται αποκλειστικώς και μόνο στο γεγονός ότι η υπόθεση εισήχθη πρωτοδίκως στο κατά την εισαγωγή της αρμόδιο δικαστήριο, η έφεση κατά των αποφάσεων του οποίου υπάγεται σ`αυτό και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι, είτε ο κατηγορούμενος απέκτησε μεταγενεστέρως, κατά νομοθετικό χαρακτηρισμό ή επαγγελματική εξέλιξη, ορισμένη ιδιότητα, είτε η πράξη χαρακτηρίστηκε από το νομοθέτη αλλιώς, σε συνδρομή του οποίου κατά το χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως ή κατά το χρόνο της εκδικάσεώς της σε πρώτο βαθμό, η υπόθεση θα ανήκε σε άλλο δικαστήριο και μετά από άσκηση εφέσεως στο αντίστοιχο διαφορετικό εφετείο. Επομένως, στην περίπτωση αυτή το εφετείο, στο οποίο υπάγεται το διαγνώσαν ορισμένη υπόθεση πρωτόδικο δικαστήριο, έχει εξουσία προς εκδίκαση της κατ` αποφάσεως του τελευταίου εφέσεως, εφόσον η υπόθεση αρμοδίως εισήχθη, σύμφωνα με τον ισχύοντα κατά το χρόνο εισαγωγής της στο πρωτόδικο δικαστήριο (Ολ. ΑΠ 10/2005). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, παραπονείται ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αναρμοδίως καθ` ύλη δίκασε την υπόθεση και συνεπώς υπέπεσε στις πλημμέλειες της υπέρβασης εξουσίας και της καθ` ύλη αναρμοδιότητας, που προβλέπονται ως λόγοι αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ζ και Η του ΚΠΔ, καθόσον μετά την τροποποίηση του άρθρου 232α του Π.Κ. με το άρθρο 23 § 2 του ν. 3719/2008, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α 241/26-11-2008 και προβλέπει πλέον ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών για την συγκεκριμένη πράξη, μεταβλήθηκε πλέον και η καθ` ύλη αρμοδιότητα του δικαστηρίου, αφού πλέον η πράξη εκδικάζεται σε πρώτο βαθμό από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο και σε δεύτερο από το Τριμελές Εφετείο και επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας που δίκασε ως εφετείο υπό την ισχύ του ν. 3719/2008 (ημερομηνία συζήτησης 17-12-2008), με το να μη κηρύξει εαυτό αναρμόδιο και να μη παραπέμψει την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, υπερέβη, την εξουσία του, χειροτερεύοντας τη θέση της. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, γιατί η εξουσία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την εκδίκαση εφέσεως, στηρίζεται αποκλειστικά και μόνον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στο γεγονός ότι η υπόθεση εισήχθη πρωτοδίκως στο κατά την εισαγωγή αρμόδιο δικαστήριο, η έφεση κατά των αποφάσεων του οποίου υπάγεται σ` αυτό και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι μεταγενεστέρως η πράξη χαρακτηρίστηκε διαφορετικά από το νομοθέτη σε συνδρομή του οποίου κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως ή κατά το χρόνο εκδικάσεώς της σε πρώτο βαθμό, η υπόθεση θα ανήκε σε άλλο δικαστήριο και μετά από άσκηση εφέσεως στο αντίστοιχο διαφορετικό εφετείο. Η κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και
139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 § 2 και 333 § 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Στην έννοια των αυτοτελών ισχυρισμών εμπίπτουν και τα ελαφρυντικά που προβλέπονται από το άρθρο 84 του ΠΚ, καθόσον σε περίπτωση αποδοχής τους, μειώνεται η επιβλητέα ποινή κατά τους όρους του άρθρου 83 του ΠΚ. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία, καθόσον η αόριστη προβολή αυτών, δεν υποχρεώνει το δικαστήριο, όχι μόνο να τους απορρίψει αιτιολογημένα, ουδέ καν να απαντήσει σε αυτούς. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ο συνήγορος της αναιρεσείουσας ζήτησε "την αθώωση της πελάτισσάς του, σε περίπτωση δε καταδίκης της, να της αναγνωρισθούν ελαφρυντικά", χωρίς να προσδιορίσει ποια ελαφρυντικά και χωρίς ταυτόχρονα να επικαλεσθεί περιστατικά που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την αναγνώριση οποιουδήποτε ελαφρυντικού.

Κατά συνέπεια το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει καν, αν και απήντησε, στον εντελώς αόριστο αυτόν ισχυρισμό. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α` ΚΠΔ, πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως. Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 13-4-2009 αίτηση αναιρέσεως και τους από 29-10-2009 προσθέτους λόγους αυτής για αναίρεση της 3606/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας. Και

 Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

 Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και

 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2010.

 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

121/2011 Α.Π. Ρένα Ασημακοπούλου


ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRASOFT INTERNATIONAL)

121/2011 ΑΠ ( 544822)
 
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ , ΧΡΙΔ 2011/670) Διακοπή εγγάμου συμβιώσεως. Η ρύθμιση της γονικής μέριμνας από το δικαστήριο γίνεται με βάση το συμφέρον του τέκνου. Προσδιοριστικά στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την εξειδίκευση της νομικής αυτής έννοιας. Η οποιαδήποτε αντισυζυγική συμπεριφορά της εφεσίβλητης, αν θεωρηθεί ότι είναι υπαίτια και ότι επέφερε και αυτή αυτοτελώς ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των διαδίκων, δεν αναιρεί το εύλογο της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως της από την πλευρά της και μόνο ένσταση επιδίκασης ελαττωμένης διατροφής θα μπορούσε να θεμελιώσει, ενώ δεν ασκεί επιρροή στη ρύθμιση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας των ανηλίκων. Οριστική ρύθμιση της γονικής μέριμνας, με ανάθεση της επιμέλειας των δύο εκ των τριών ανηλίκων τέκνων στον πατέρα και του τρίτου στη μητέρα. Ορθή και αιτιολογημένη η σχετική απόφαση του Εφετείου. Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης περί λήψεως υπόψη μη προσκομισθέντων αποδείξεων και περί μη λήψεως υπόψη λόγου έφεσης. Δεν συντρέχει παραμόρφωση εγγράφου. Περιστατικά. Πολιτική Δικονομία. Λόγοι αναίρεσης. Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Περιλαμβάνονται και οι κανόνες ερμηνείας των δικαιοπραξιών. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου. Ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος.
  
Αριθμός 121/201

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2` Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Ζαμπίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Β. συζ. Β. Δ., το γένος Π. Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-12-2004 και 17-3-2005 αντίθετες αγωγές, των ήδη διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2006 προδικαστική, 390/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-9-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 30-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή των πρώτου από τον αριθμό 1, δευτέρου από τον αριθ. 19 και τρίτου από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων του αναιρετηρίου, την απόρριψη δε των λοιπών λόγων.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ` αριθ. 9540 Γ/28-5-2010 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης Ν. Κ. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω απ` αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπρέδρου του Αρείου Πάγου, με την πρώτη από τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης Τμήμα και με τη δεύτερη ο Εισηγητής Δικαστής, με κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην αναιρεσίβλητη. Η τελευταία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης και δεν παρέστη με άλλο νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία εκείνης (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1514 του ΑΚ συνάγεται ότι η γονική μέριμνα, η οποία περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου, την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, ασκείται από τους γονείς του. Είναι δε έννοια ευρύτερη της επιμέλειας, η οποία (επιμέλεια) περιλαμβάνει την ανατροφή, την επίβλεψη, την μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του. Στην περίπτωση όμως διακοπής της συζυγικής συμβιώσεως, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση της γονικής μέριμνας αυτών γίνεται από το δικαστήριο. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της ασκήσεως της γονικής μέριμνας του ανηλίκου είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αοριστίας αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων σταθερά προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβασθεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους. Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για το προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας στον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεώτερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.

Στην δικαστική συνεπώς κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγωγήσεως και της περιθάλψεως του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και αδελφούς του.

Για το σκοπό τούτο λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων (Α.Π. 952/2007). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 του ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως του αναιρεσείοντος και αντεφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της υπ` αριθ. 390/206 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η οποία κατά παραδοχή εν μέρει των αντίθετων αγωγών των διαδίκων περί αναθέσεως σ` αυτούς της επιμέλειας των τριών ανηλίκων τέκνων τους, ανέθεσε την επιμέλεια των δύο μεγαλύτερων τέκνων των διαδίκων Ρ.-Ε. και Π. στον αναιρεσείοντα και του μικρότερου Ν. στην αναιρεσίβλητη, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής : "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 27-8-1989 στην Κοζάνη, όπου και εγκαταστάθηκαν σε μισθωμένο διαμέρισμα. Το 1990 εγκαταστάθηκαν στην ιδιόκτητη οικία του εκκαλούντος στη Λευκόβρυση Κοζάνης. Από το γάμο τους απέκτησαν τρία παιδιά τον Ρ.-Ε., που γεννήθηκε στις 23-1-1993, τον Π., που γεννήθηκε στις 10-11-1994 και το Ν., που γεννήθηκε στις 23-10-1999. Οι σχέσεις των διαδίκων ήσαν αρμονικές μόνο στην αρχή της εγγάμου συμβιώσεως τους. Στη συνέχεια άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα, τα οποία οφείλονταν στην κακή συμπεριφορά του εκκαλούντος, ο οποίος δεν έδειχνε προς την εφεσίβλητη την πρέπουσα συμπεριφορά του συζύγου. Συγκεκριμένα, ήταν προσβλητικός, εριστικός, πολύ συχνά και χωρίς λόγο της έκανε σκηνές ζηλοτυπίας, ενώ χρήματα της έδινε μόνο για τις απολύτως αναγκαίες δαπάνες της οικογένειας. Επίσης, δεν εμπιστευόταν ότι μπορούσε η σύζυγος του να διεκπεραιώσει απλές συναλλαγές και τις ανέθετε σε τρίτους, όπως για παράδειγμα τα δίδακτρα των αγγλικών των ανηλίκων, τα οποία κατέβαλε όχι ο ίδιος, ούτε μέσω της συζύγου του, η οποία μετέβαινε στο φροντιστήριο για να συνοδεύσει τα ανήλικα, αλλά μέσω της συζύγου του αδελφού του, Μ. Δ., προσβάλλοντας έτσι την προσωπικότητα της. Εκτός τούτων, διέδιδε ψευδώς ότι αυτή είχε πολλούς εραστές, ενώ την ειρωνευόταν ότι ντυνόταν κατά τρόπο άκομψο, ότι δεν γνώριζε να μαγειρεύει και ήταν ανοικοκύρευτη. Η εφεσίβλητη, όμως, η οποία δεν εργαζόταν κατά το χρόνο της εγγάμου συμβιώσεως τους, απασχολείτο με τις οικιακές εργασίες, μαγείρευε, καθάριζε, προετοίμαζε τα παιδιά για το σχολείο και τα συνόδευεσεόλεςτις εξωσχολικές δραστηριότητες, υπομένοντας την ως άνω ανάρμοστη συμπεριφορά του συζύγου της. Ωστόσο, ο εκκαλών, υποτιμώντας την προσφορά και τις ικανότητες της, έφθασε στο σημείο να την καταγγείλει στο τμήμα Δημόσιας Υγιεινής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κοζάνης, για ανθυγιεινές συνθήκες στην κατοικία τους και κάλεσε την αρμόδια υπηρεσία να ενεργήσει έλεγχο, κατά τον οποίο διαψεύστηκαν οι αιτιάσεις του (βλ. το υπ` αριθμ. πρωτ. 6805/3-8-2004 έγγραφο της εν λόγω υπηρεσίας). Αλλο παράδειγμα ανάρμοστης συμπεριφοράς του εκκαλούντος, είναι και το περιστατικό που συνέβη το 1999, όταν αυτός επέστρεψε από ταξίδι στη Γερμανία και κατηγόρησε αδίκως τη σύζυγο του ότι του είχε μεταδώσει σεξουαλικώς μεταδιδόμενη ασθένεια, πλην όμως μετά την ολοκλήρωση των ιατρικών εξετάσεων διαπιστώθηκε ότι αυτή ήταν έγκυος στο τρίτο τους τέκνο. Τέλος, τον Αύγουστο του 2004, της απηύθυνε απειλητική φράση "θα σε χαρακώσω", επειδή καθυστέρησε να επιστρέψει στο σπίτι από κοινωνική εκδήλωση. Μετά το περιστατικό αυτό η εφεσίβλητη εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη, μαζί με τα τρία ανήλικα τέκνα τους και έκτοτε οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση. Επακολούθησε η έκδοση της υπ` αριθμ. 1781/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία: α) επιτράπηκε η μετοίκηση της εφεσίβλητης από τη συζυγική στέγη, β) ανατέθηκε σ` αυτήν προσωρινώς η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους και γ) υποχρεώθηκε ο εκκαλών να της καταβάλει προσωρινή διατροφή, τόσο για την ίδια όσο και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους.

Η τελευταία απόφαση ανακλήθηκε εν μέρει με την υπ` αριθμ. 479/2005 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και ανατέθηκε προσωρινώς στον εκκαλούντα η επιμέλεια των δύο ανηλίκων τέκνων τους, του Ρ.-Ε. και του Π.. Έτσι, εφόσον η διακοπή της συμβίωσης των διαδίκων προήλθε από πρωτοβουλία του εκκαλούντος και ως αποτέλεσμα της προεκτιθέμενης αντισυζυγικής συμπεριφοράς του, θεωρείται ότι υφίσταται εύλογη, για την εφεσίβλητη, αιτία γι` αυτήν, κατά την έννοια του άρθρου 1391 παρ. 1 του ΑΚ. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η εφεσίβλητη είχε συνάψει εξωσυζυγικό ερωτικό δεσμό, παραβιάζοντας έτσι την υποχρέωση πίστης που είχε απέναντι του. Ωστόσο, η οποιαδήποτε αντισυζυγική συμπεριφορά της εφεσίβλητης, αν θεωρηθεί ότι είναι υπαίτια και ότι επέφερε και αυτή αυτοτελώς ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των διαδίκων, δεν αναιρεί το εύλογο της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως της από την πλευρά της εφεσίβλητης και μόνο ένσταση επιδίκασης ελαττωμένης διατροφής θα μπορούσε να θεμελιώσει. Τέτοια όμως ένσταση, και μάλιστα με το περιεχόμενο που απαιτείται κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη (υπό στοιχ. IV), δεν έχει υποβληθεί πρωτοδίκως και συνεπώς παρέλκει η έρευνα του ισχυρισμού του αυτού. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί, ότι η καθ` αυτή υπαιτιότητα των γονέων για τη λύση του γάμου ή την απλή διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως, όσο και αυτό το υπαίτιο γεγονός είναι χωρίς σημασία για τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας των ανηλίκων.

Συνεπώς, παρέλκει επίσης η έρευνα του ιδίου ισχυρισμού, που περιλαμβάνεται και στη αγωγή του με την οποία ζητεί να του ανατεθεί η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων του. Άρα, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα. Από το παραπάνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκαν ακόμη και τα παρακάτω. Μετά την αποχώρηση της από τη συζυγική στέγη, η εφεσίβλητη εγκαταστάθηκε στην οικία των γονέων της, όπου και παραμένει με το μικρότερο υιό της, του οποίου έχει προσωρινώς την επιμέλεια, ενώ τα δύο μεγαλύτερα τέκνα των διαδίκων, από το Δεκέμβριο του 2004 κατοικούν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα στην Κοζάνη, μαζί με τον πατέρα τους, στον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ανατέθηκε προσωρινώς η επιμέλεια τους. Η επικοινωνία των αδελφών μεταξύ τους είναι συχνή, οι γονείς όμως δύσκολα συνεννοούνται, καθώς οι εντάσεις δεν έχουν ακόμα κοπάσει. Η τεταμένη σχέση τους φαίνεται καθαρά από τα δικόγραφα και τις αλλεπάλληλες δικαστικές τους διαμάχες, οι οποίες περιλαμβάνουν και άλλους στενούς συγγενείς, όπως τους γονείς της εφεσίβλητης. Από την προσωπική επαφή που είχε η δικαστής του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με τα δύο μεγαλύτερα ανήλικα, που ζουν μαζί με τον πατέρα τους, προκειμένου να ληφθεί και να συνεκτιμηθεί η γνώμη τους, και αφού διαπίστωσε ότι είχαν την απαραίτητη ωριμότητα για να την εκφράσουν, αυτά δήλωσαν ότι είναι ευχαριστημένα από τον τρόπο ζωής τους, για τον οποίο δεν εξέφρασαν δυσαρέσκεια. Αντιθέτως, εξέφρασαν την αντίθεση τους στο ενδεχόμενο να ανατεθεί η επιμέλεια τους στην εφεσίβλητη μητέρα τους. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η προαναφερόμενη κοινωνική λειτουργός, η οποία τονίζει την άρνηση των ανηλίκων απέναντι στη μητέρα τους και κυρίως του μεγαλύτερου, του Ρ.-Ε., ο οποίος αναφέρεται σε κάποιο περιστατικό που έχει επηρεάσει έντονα τον ψυχικό του κόσμο. Το περιστατικό αυτό, όπως περιγράφεται στη έκθεση, είναι ότι "θυμάται κάποια νύκτα, πριν χωρίσουν οι γονείς του και κατά την απουσία του πατέρα του στη Θεσσαλονίκη, ενώ κοιμόταν ξύπνησε από φωνές που ακουγόταν από την κρεβατοκάμαρα και όπως διαπίστωσε ήταν φωνές ηδονής της μητέρας του με άγνωστο άνδρα που τον είδε γυμνό όταν πήγαινε στην τουαλέτα με τη μητέρα του". Το περιστατικό αυτό δεν το ανέφερε αμέσως στον πατέρα του, αλλά μετά από αρκετό χρονικό διάστημα και ενώ οι γονείς του είχαν χωρίσει. Η καθυστέρηση αυτή, σε συνδυασμό με το ότι, το συγκεκριμένο παιδί, δεν έδειξε τον έντονο θυμό απέναντι στη μητέρα του ούτε κατά το διάστημα που ζούσαν όλοι μαζί, ως οικογένεια, αλλά ούτε κατά το χρόνο που ζούσε με τη μητέρα του, μετά το χωρισμό των γονέων του, όπως επισημαίνει και η λειτουργός, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα στο δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα του. Περαιτέρω, ο ανήλικος Ν. δεν εκδηλώνει κάτι αρνητικό για τη μητέρα, την οποία αγαπά όπως αγαπά τον πατέρα και τα αδέλφια του, γεγονός το οποίο διαπίστωσε και ο εισηγητής δικαστής του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προσωπική επαφή που είχε με αυτόν. Όπως αναφέρει δε χαρακτηριστικά στην από 6-10-2008 ιατρική της γνωμάτευση η παιδοψυχίατρος Μ. Ε. Δ., στην οποία προσέφυγε ο πατέρας μετά την άρνηση του Ν. να επιστρέψει στην οικία της μητέρας του, μετά τις καλοκαιρινές διακοπές του 2008: "Ο ανήλικος Ν. προσπαθεί να κρατά ισορροπίες ανάμεσα στα δύο διαφορετικά πλαίσια στα οποία καλείται να ζήσει ....... βρίσκεται σε έντονα συγκρουσιακή συναισθηματική κατάσταση που του προκαλεί ισχυρότατη ψυχική οδύνη, όσον αφορά την εκπλήρωση της επιθυμίας να μείνει με τον πατέρα και τα αδέλφια του και το φόβο και την ενοχή ότι εγκαταλείπει και πληγώνει, με αυτή του την επιθυμία, τη μητέρα του που αγαπά. Η στάση του είναι προστατευτική και προς τους δύο γονείς...".

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ακόμη ότι και οι δύο γονείς ανταποκρίνονται με επάρκεια στα γονικά τους καθήκοντα, φροντίζοντας προσωπικά την ανατροφή και διαπαιδαγώγηση τους. Οι κατοικίες και των δύο είναι προσεγμένες, άνετες και καθαρές και παρέχουν στα παιδιά τους ό,τι απαιτεί γι` αυτά ο σύγχρονος τρόπος ζωής και όλα τα εχέγγυα για τη σωστή ανατροφή τους. Ο εκκαλών, μετά την ανάθεση σ` αυτόν της επιμέλειας των δύο ανηλίκων τέκνων τους, περιόρισε το χρόνο εργασίας του και εργάζεται μέχρι το μεσημέρι. Έτσι, όταν τα παιδιά επιστρέφουν από το σχολείο, ασχολείται με την ανατροφή και τη διαπαιδαγώγηση τους. Με την καθημερινή επαφή και φροντίδα του, έχει οικοδομήσει με αυτά καλή σχέση. Επίσης, τους έχει εξασφαλίσει τις απαραίτητες για την ηλικία τους εξωσχολικές δραστηριότητες (κολυμβητήριο, ξένες γλώσσες), ασκεί σ` αυτούς τη δέουσα εποπτεία και έχει προσλάβει οικιακή βοηθό η οποία βρίσκεται καθημερινώς στο σπίτι και επιμελείται του φαγητού και της καθαριότητας του σπιτιού και των παιδιών. Η εφεσίβλητη, μετά τη διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεως εργάσθηκε αρχικά στην εταιρία "............." και στη συνέχεια, τις πρωινές ώρες, ως σερβιτόρα σε κεντρικό κατάστημα της πόλης.

Από το καλοκαίρι του 2007 εργάζεται ως υπάλληλος στην ..... Τράπεζα της Ελλάδας, στο κατάστημα της ... . Μετά την εργασία της ασχολείται με την ανατροφή και διαπαιδαγώγηση του ανηλίκου Ν., που φοιτά στο δημοτικό σχολείο, έχοντας προς τούτο και την αρωγή των γονέων της, με τους οποίους κατοικεί στην ιδιόκτητη κατοικία τους. Αγαπά το Ν., όπως και τα άλλα δύο παιδιά της, του συμπεριφέρεται με στοργή και αγάπη και είναι αφιερωμένη στην ανατροφή του. Επίσης, τον παρακολουθεί στα μαθήματα του, με τη συνδρομή του πατέρα της, που είναι συνταξιούχος δάσκαλος και έτσι ο ανήλικος αναπτύσσεται κανονικά, πνευματικά, ψυχικά και σωματικά, ενώ η επίδοση του στο σχολείο είναι από πολύ καλή έως άριστη. Τονίζεται τέλος, ότι η επαφή του Ν. με τους γονείς της μητέρας του είναι πολύ καλή. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω, κρίνεται πως το αληθινό συμφέρον των ανηλίκων Ρ.-Ε. και Π. επιβάλλει την οριστική ανάθεση της επιμέλειας στον πατέρα τους. Στην απόφαση του αυτή το Δικαστήριο συνεκτίμησε, εκτός των άλλων, τη γνώμη των ανηλίκων, που έχουν τον απαιτούμενο βαθμό ωριμότητας προς τούτο, όπως αυτή εκφράστηκε ενώπιον του δικαστή του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και την έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας. Περαιτέρω, το αληθινό συμφέρον του ανήλικου Ν. επιβάλλει, ενόψει και της ηλικίας του, την οριστική ανάθεση της επιμέλειας στη μητέρα του. Έτσι, σε μία περίοδο που το παιδί αποκτά τις απαραίτητες γνωστικές βάσεις, θεωρείται σημαντική η παρουσία και φροντίδα της μητέρας του και συνεπώς είναι προς το συμφέρον του να βρίσκεται κοντά της. Εκτός τούτου, με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η συνεχής διαπαιδαγώγηση του, από το ίδιο πρόσωπο, το οποίο πάντοτε και αδιάλειπτα από τη γέννηση του έως σήμερα επιμελείται με στοργή του προσώπου του. Στην απόφαση του αυτή το Δικαστήριο συνεκτίμησε και τη γνώμη του ανηλίκου, ανάλογα με το βαθμό ωριμότητας του, όπως αυτή εκφράσθηκε ενώπιον του εισηγητή Δικαστή (του παρόντος Δικαστηρίου), ως και τη γνώμη της κοινωνικής υπηρεσίας, η οποία ομοίως καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα. Στο σημείο αυτό, πρέπει να γίνει αναφορά στην στάση που κράτησε ο Ν. μετά τις καλοκαιρινές διακοπές του 2008 και την άρνηση του να επιστρέψει στην οικία της μητέρας του, που αποτέλεσε σημείο τριβής και εντάσεων μεταξύ των γονέων, κάτι που ο ανήλικος βίωσε πολύ έντονα, όπως παρατήρησε και η δασκάλα του Ά. Χ. Τ.. Ειδικότερα, η τελευταία στην από 4-2- 2009 ένορκη κατάθεση της, αναφέρει ότι, κατά την περίοδο εκείνη "... ως μαθητής ήταν απροετοίμαστος, τις περισσότερες φορές ξεχνούσε πράγματα ( βιβλία-ασκήσεις ), ως παιδί ήταν σκεπτικό, θλιμμένο, χαμένο στις σκέψεις του υπερκινητικό...". Η ίδια τονίζει επίσης την ψυχολογική πίεση που υπέστη ο ανήλικος κατά την περίοδο εκείνη, λόγω του ότι μετά το πέρας των μαθημάτων, εκτός από τον παππού του έρχονταν να τον πάρουν και τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του, με αποτέλεσμα να γίνονται φασαρίες και μερικές φορές να επεμβαίνει η αστυνομία, μετά από κλήσεις του παππού. Όταν δε από τα μέσα Οκτωβρίου 2008 περιορίστηκε η σφοδρή αυτή διαμάχη μεταξύ των μεγαλυτέρων, το ανήλικο ξαναγύρισε στο σπίτι της μητέρας του και επανήλθε στη φυσιολογική του ζωή, όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του και στο μαθησιακό επίπεδο που είχε κατά τα δύο (2) προηγούμενα σχολικά έτη, με επίδοση πολύ καλή μέχρι άριστη. Έτσι, καθίσταται σαφές ότι η εκδηλωθείσα αντίδραση του ανηλίκου οφείλετο προφανώς σε επηρεασμό τρίτων και στην ένταση που επικρατούσε στις σχέσεις των γονέων του, κατά την περίοδο εκείνη. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ανήλικος, κατά τα δύο προηγούμενα σχολικά έτη που ζούσε με τη μητέρα του, φέρθηκε ως ένα φυσιολογικό παιδί της ηλικίας του, παρακολουθώντας με ευχάριστη διάθεση τα μαθήματα του, συμμετέχοντας ενεργά σε όλα τα διδακτικά αντικείμενα, χωρίς εξάρσεις και ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση αναφορικά με όσα συνέβαιναν μεταξύ των γονέων του και των αδελφών του, βρίσκοντας τρόπους να ισορροπεί ανάμεσα τους, εκδηλώνοντας αβίαστα την αγάπη του προς τους γονείς, τα αδέλφια και τους παππούδες του (βλ. την ένορκη κατάθεση της δασκάλας του Β. Δ. Σ.). Επομένως, παρόλο που τα τρία αδέλφια συνδέονται μεταξύ τους με βαθιά αισθήματα αγάπης και ευκτέον θα ήταν να μεγαλώνουν μαζί, στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει έδαφος για τέτοια λύση. Ωστόσο, η επαφή μεταξύ τους είναι δυνατόν να αναπληρωθεί με τη στενή και ειλικρινή συνεργασία των γονέων τους, οι οποίοι πρέπει να αφήσουν μακριά από αυτά τη μεταξύ τους διαμάχη, και όλοι μαζί να προσπαθήσουν ώστε αφενός να διατηρηθούν οι στενοί δεσμοί αγάπης μεταξύ των ανηλίκων και αφετέρου να αποκατασταθεί και να ομαλοποιηθεί η σχέση των δύο μεγαλύτερων από αυτά με τη μητέρα τους, στοιχείο απαραίτητο για την ομαλή ψυχική εξέλιξη και ανάπτυξη τους. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται από την παρούσα, δεν έσφαλε κατ` αποτέλεσμα. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος λόγοι της έφεσης, ως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους ο εκκαλών ψέγει την πρωτόδικη απόφαση διότι δεν έκανε δεκτό το αίτημα του για ανάθεση σ` αυτόν και της επιμέλειας του ανηλίκου Ν.. Επίσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της αντέφεσης, με τον οποίο η εφεσίβλητη διατείνεται ότι έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας το αίτημα της για ανάθεση σ` αυτήν της επιμέλειας και των τριών ανηλίκων τέκνων τους ". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη υπαγωγή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1511 και 1513 παρ.2 του Α.Κ. αναφορικά με το αληθές συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων Ν. να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του στην αναιρεσίβλητη μητέρα του, ενόψει των πραγματικών παραδοχών ότι : α) το ανήλικο τρέφει αισθήματα αγάπης και προς τους δύο γονείς του, ως προς τους οποίους τηρεί ίσες αποστάσεις, β) ότι διαμένει οικειοθελώς με τη μητέρα του, γ) ότι έχει συχνή επικοινωνία με τον πατέρα του και τα διαμένοντα με αυτόν δύο αδέλφια του, που κατοικούν στην ίδια πόλη της Κοζάνης και επομένως μπορούν να συμβάλλουν ως ανδρικά πρότυπα στη διαπαιδαγώγησή του, γ) ότι έχει την αμέριστη αγάπη, στοργή και φροντίδα της μητέρας του, η οποία επιμελείται της ανατροφής και διαπαιδαγώγησής του με τη βοήθεια των γονέων της, με τους οποίους διαμένει στο ιδιόκτητο σπίτι τους, εξ αυτών δε ο πατέρας της είναι συνταξιούχος δάσκαλος και την βοηθά στην παρακολούθηση των μαθημάτων του, δ) ότι η επίδοση του ανηλίκου στο σχολείο είναι πολύ καλή έως άριστη και ε) ότι το ανήλικο διατηρεί καλές σχέσεις με τους γονείς της μητέρας του και το σπίτι που διαμένει είναι προσεγμένο, άνετο και καθαρό. Το Εφετείο συνεκτίμησε και τη γνώμη του ανηλίκου, καθώς και την ηλικία του, την οποία δεν ανήγαγε σε προέχον και καθοριστικό στοιχείο για την ανάθεση της επιμέλειάς του στη μητέρα του. Επομένως, είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ. 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 22/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι δεν είναι σαφές το συμπέρασμα του Εφετείου ως προς την καταλληλότητα της αναιρεσίβλητης να επιμεληθεί τα του προσώπου του ανηλίκου τέκνου της Ν., καθόσον διατυπώνεται ενδοιασμός και επιφύλαξη ως προς την αλήθεια του αναφερόμενου σε βάρος της από το τέκνο της Ρ. περιστατικού, σύμφωνα με το οποίο θυμάται ότι κάποια νύκτα, πριν χωρίσουν οι γονείς του και κατά την απουσία του πατέρα του στη Θεσσαλονίκη, ενώ κοιμόταν ξύπνησε από φωνές που ακούγονταν από την κρεβατοκάμαρα και όπως διαπίστωσε ήταν φωνές ηδονής της μητέρας του με άγνωστο άνδρα που τον είδε γυμνό όταν πήγαινε στην τουαλέτα με τη μητέρα του. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι το ανωτέρω περιστατικό δεν ανέφερε το άνω τέκνο των διαδίκων αμέσως στον πατέρα του, αλλά μετά αρκετό χρονικό διάστημα και ενώ οι γονείς του είχαν χωρίσει. Η καθυστέρηση αυτή, συνεχίζει το Εφετείο, σε συνδυασμό με το ότι το συγκεκριμένο παιδί δεν έδειξε τον έντονο θυμό απέναντι στη μητέρα του ούτε κατά το χρόνο που ζούσαν όλοι μαζί ως οικογένεια, αλλά ούτε κατά το χρόνο που ζούσε με τη μητέρα του, μετά τον χωρισμό των γονέων του, όπως επισημαίνει η κοινωνική λειτουργός, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα στο δικαστήριο ως προς τη βασιμότητά του. Οι αιτιολογίες αυτές ενέχουν μεν ενδοιασμό, ως προς τη βασιμότητα ή μη του ανωτέρω περιστατικού, ο ενδοιασμός όμως αυτός αναφέρεται στην αιτιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και όχι στο σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα που αποτελούσε και αντικείμενο της διαφοράς, ότι δηλαδή το αληθές συμφέρον του ανηλίκου είναι να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του στην αναιρεσίβλητη μητέρα του, η οποία κρίνεται κατάλληλη προς τούτο. Περαιτέρω, από την εν λόγω ενδοιαστική αιτιολογία δεν δημιουργείται αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για την μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι το αληθές συμφέρον του ανηλίκου επιβάλλει να ανατεθεί η επιμέλειά του στην αναιρεσίβλητη μητέρα του έλαβε υπόψη και τις υπ` αριθ. 8874 και 8878/19-4- 2005 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης Ε. Σ. και Α. Μ., αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κοζάνης, Τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις είχε επικαλεσθεί η αναιρεσίβλητη με τις από 4-2-2009 προτάσεις που κατέθεσε ως αντεκκαλούσα ενώπιον του Εφετείου, δια της αναφοράς " η απόφαση 390/2006 (εκκαλουμένη) εσφαλμένα ανέθεσε την επιμέλεια των δύο μεγαλύτερων παιδιών μας Ρ.- Ε. και Π. στον αντίδικο, ενώ τα τρία παιδιά μας ζούσαν ευτυχισμένα μαζί μου και μαζί με τους γονείς μου, όπως αποδείχθηκε από τις ένορκες καταθέσεις του Α. Μ., της Κ. Π., της Ε. Σ. και της Θ. Σ....", εννοώντας ως ένορκες καταθέσεις προδήλως τις ένορκες βεβαιώσεις των άνω μαρτύρων, οι οποίες ελήφθησαν μετά νόμιμη κλήτευση του αναιρεσείοντος και είχαν ληφθεί υπόψη και από το πρωτόδικο δικαστήριο, ενόψει και του ότι δεν προβάλλεται ισχυρισμός από τον αναιρεσείοντα ότι οι εν λόγω μάρτυρες πέραν των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων είχαν δώσει και άλλες ένορκες καταθέσεις. Ας σημειωθεί ότι ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει, ως όφειλε, τις προτάσεις που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη επί της συνεκδικασθείσης εφέσεώς του, ώστε να μπορεί να ερευνηθεί αν (και) με αυτές έγινε ή όχι επίκληση των ανωτέρω ενόρκων βεβαιώσεων. Με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος με τον οποίο αυτός παραπονείτο ότι κατ` εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι γονείς της αναιρεσίβλητης δύνανται να την συνδράμουν στην επίβλεψη και ανατροφή του ανηλίκου τέκνου της Ν.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω λόγο έφεσης και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη έχει τη συνδρομή των γονέων της στην ανατροφή και διαπαιδαγώγηση του ανηλίκου. Ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με αποτέλεσμα εξ αιτίας του σφάλματος αυτού να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο. Αντίθετα δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔικ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Τέλος ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από το ως άνω άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλ` αυτό δεν επιτρέπεται στον Αρειο Πάγο.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο και τελευταίο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 6-10-2008 ιατρικής γνωμάτευσης της παιδοψυχιάτρου Μ. Δ.-Τ., η οποία συντάχθηκε με αίτηση του αναιρεσείοντος για τη διαπίστωση της αληθούς βούλησης του ανηλίκου τέκνου του σχετικά με τον γονέα με τον οποίο επιθυμεί να διαμένει, αναγιγνώσκοντας μέρος αυτής, από το οποίο παρά ταύτα συνάγεται σαφώς ότι το αληθές συμφέρον του ανηλίκου είναι να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του στον αναιρεσείοντα πατέρα του και παραλείποντας να αναγνώσει κρίσιμες εκφράσεις-επιστημονικά πορίσματα που περιέχονται στο έγγραφο αυτό και ειδικότερα ότι ο ανήλικος είναι ταυτισμένος με τον πατέρα του, τον οποίο θεωρεί πρότυπο και ότι φαίνεται να είναι ιδιαίτερα δεμένος με τον αδελφό του Π., στον οποίο βρίσκει συναισθηματική στήριξη. Έτσι οδηγήθηκε σε συμπέρασμα εντελώς διαφορετικό από εκείνο που έπρεπε να καταλήξει. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφενός διότι αναφέρεται κατά ένα μέρος στην εκτίμηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εγγράφου και όχι σε διαγνωστικό λάθος και αφετέρου, διότι το ανωτέρω έγγραφο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, συνεκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως έγγραφα και μάρτυρες, χωρίς να εξαίρεται η ιδιαίτερη αποδεικτική του σημασία για το αποδεικτέο θέμα του προσώπου στο οποίο πρέπει να ανατεθεί η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων Ν..

Κατ` ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-9-2009 αίτηση του Β. Δ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ` αριθ. 67/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2011 και Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2011.


H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 


Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

ΜΠρΘεσ 7466/2005 Ευδοξία Κιουπτσίδου


ΜΠρΘεσ 7466/2005   

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Διαζύγιο - Επικοινωνία τέκνου με απώτερους ανιόντες - Επικοινωνία αδελφών -.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 1520 ΑΚ πρέπει να τύχει ανάλογης εφαρμογής και όσον αφορά την επικοινωνία μεταξύ αδελφών, αμφιθαλών ή ετεροθαλών. Επιβάλλεται να παρέχεται η δυνατότητα επικοινωνίας και μεταξύ αδελφών, από τους οποίους ο ένας τουλάχιστον είναι ανήλικος, όταν για ειδικούς λόγους ζουν χωριστά και η ανάγκη επικοινωνία τους δεν είναι δυνατό να εξυπηρετηθεί μέσω της επικοινωνίας τον ανήλικου με τον άλλο γονέα που δεν διαμένει μαζί του. Δεκτή η αίτηση προσωρινής ρύθμισης του δικαιώματος επικοινωνίας αδελφής με την ανήλικη ετεροθαλή αδελφή της, η οποία διαμένει με τον πατέρα της μετά τη λύση του γάμου του με την κοινή τους μητέρα.

ΚΕΙΜΕΝΟ

   ΑΠΟΦΑΣΗ 7466/2005
   Αριθμός Κατάθεσης: 44125/22.12.5004)
   ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΈΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

   ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ευδοξία Κιουπτσίδου, Πρόεδρος Πρωτοδικών, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου.
   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Δεν ορίσθηκε.
   ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ: Της 15ης Φεβρουαρίου 2005.
   ΑΙΤΟΥΣΑ: Β. Α. του Μ., θεσσαλονίκης που παραστάθηκε μετά του Δικηγόρου της Παναγιώτη Ζιάκα (A.M. 3973).
   ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: Σ. Κ. του Α., κάτοικος θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου του ΑντωνίουMιχαηλίδη (A.M. 992) .
   ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΑΙΤΗΣΗΣ: 20 Δεκεμβρίου 2004.
   ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: 44125/22.12.2004
   ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΚΗΣ: Επικοινωνία αδελφής,
   Η ΣΥΖΗΤΉΣΗ έγινε δημοσία στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού.

   ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
   ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

   Σύμφωνα με το άρθρο 1520 παρ. 1 ΑΚ ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί δικαίωμα επικοινωνίας με αυτό. Κατά τη δεύτερη δε παράγραφο του ίδιου άρθρου οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους απώτερους ανιόντες του, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος. Η τελευταία αυτή παράγραφος αποτελεί εξ ολοκλήρου νέα διάταξη που προστέθηκε για πρώτη φορά στις σχετικές ρυθμίσεις με το άρθρο 17 του νόμου 1329/1983 και όχι τροποποίηση παλαιότερης, όπως η πρώτη παράγραφος (που υποκατέστησε το παλαιό άρθρο 1504 ΑΚ). Το δικαίωμα επικοινωνίας των απώτερων ανιόντων με το παιδί, που καθιερώθηκε με τη δεύτερη παράγραφο, είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από το δικαίωμα επικοινωνίας των γονέων (βλ ΑΠ 22/96 ΝοΒ 1998. 205 EA 4339/1993 ΕλλΔνη 35. 441, Κουνουγέρη- Μανωλεδάκη Οικογενειακό Δίκαιο έκδ, 2003, σελ, 301), Σκοπός της διατάξεως είναι να διατηρηθεί ζωντανός ο δεσμός του παιδιού με τους απώτερους ανιόντες - τον (βλ. και Εθεσ 1506/1980 ʼρμ 43. 537) με γνώμονα το συμφέρον του (πρβλ ως προς αυτό τοκατ'αρχήν κριτήριο σε κάθε περίπτωση επικοινωνίας βλ. και Εθεσ1324/2001 ʼρμ 2003. 1442). Επί διαζυγίου των γονέων είναι βέβαια σύνηθες ο απώτερος ανιών να επικοινωνεί με το ανήλικο παιδί <μέσω> του δικαιώματος επικοινωνίας του γονέα, με συνέπεια να μην είναι αναγκαίο να προσφύγει στο δικαστήριο για να τη διασφαλίσει. Σε περίπτωση όμως απουσίας ή και θανάτου τον ενός γονέως η επικοινωνία με τους απώτερους ανιόντες της γραμμής του θα μπορούσε να καταστεί αδύνατη εάν δε γινόταν δεκτό σχετικό ιδιαίτερο δικαίωμα τους (βλ. Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη ό.π. και Δικαίωμα Επικοινωνίας ʼρμ 1988. 1097 επ).
   Δια μέσου του δικαιώματος της επικοινωνίας οι απώτεροι ανιόντες και τα παιδία μπορούν να εκφράσουν την αγάπη φροντίδα, ενδιαφέρον και στοργή μεταξύ τους. Αυτή η έκφραση συντελεί στην ψυχική ολοκλήρωση των παιδιών και στην ισορροπία. αμφοτέρων των πλευρών (πρβλ και ΜΠρΚαβ 10/1994 Αρμ 1994, 432). Για την ψυχική ολοκλήρωση των παιδιών ειδικότερα πρωταρχική σημασία έχει η συμβίωση και η δύο γονείς. Για την πολύπλευρη ανάπτυξή τους όμως αναγκαία είναι, εκτός εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι για το αντίθετο, και η επικοινωνία τους με το στενότερο συγγενικό περιβάλλον τους ,ιδιαίτερα δε με τους στενούς εξ αίματος συγγενείς τους, πέραν των γονέων τους. Αυτή προσφέρει δυνατότητα καλλιέργειας και έκφρασης των παραπάνω συναισθημάτων από διαφορετικές θέσεις, με διαφορετική ένταση και διαφορετικές αποχρώσεις.
   Διασφαλίζει ακόμη, όσον αφορά τη διανοητική τους ανάπτυξη, τη μετάδοση εμπειρικών ή και γενικότερων γνώσεων από περισσότερες κατευθύνσεις με φυσικότερο τρόπο και σε προγενέστερο στάδιο από αυτό, που προσφέρει η συστηματική σχολική εκπαίδευση
   Οι ίδιοι λόγοι επιβάλλουν να παρέχεται η δυνατότητα επικοινωνίας και μεταξύ αδελφών, από τους οποίους ο ένας τουλάχιστον είναι ανήλικος, όταν για ειδικούς λόγους ζουν χωριστά και η ανάγκη επικοινωνία τους δεν είναι δυνατό να εξυπηρετηθεί <μέσω> της επικοινωνίας τον ανήλικου με τον άλλο γονέα που δε διαμένει μαζί του. Αυτές οι περιπτώσεις ήταν στο παρελθόν τόσο σπάνιες που δεν είχαν απασχολήσει τη νομολογία, όπως την απασχόλησε η επικοινωνία με τους απώτερους ανιόντες (βλ. και την παλαιότερη των τροποποιήσεων του οικογενειακού δικαίου ΟλΑΠ 1179/1978ΝοΒ 1979. 911, η οποία είχε κατά πλειοψηφία δεχθεί πως δεν υπήρχε μεν δικαίωμα τους για επικοινωνία, αλλά η άρνηση του γονέα να την επιτρέψει ήταν δυνατό να θεμελιώσει καταχρηστική άσκηση των δικών του δικαιωμάτων}. Εύλογα συνεπώς ο νομοθέτης δεν τις συμπεριέλαβε ρητά στις ρυθμίσεις του άρθρου 1520 ΑΚ. Το πρόβλημα όμως της έλλειψης συγκεκριμένης ρύθμισης μπορεί να εμφανισθεί λόγω της αύξησης του αριθμού των διαζυγίων κατά τις τελευταίες δεκαετίες σε συνδυασμό με τη συχνότερη τέλεση νέων γάμων μετά τη λύση των παλαιών και τη δημιουργία άλλων οικογενειών. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει η παράγραφος 2 του άρθρου 1520 ΑΚ να τύχει ανάλογης εφαρμογής και όσον αφορά την επικοινωνία μεταξύ αδελφών, αμφιθαλών ή ετεροθαλών, όταν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις. Με βάση τη διάταξη αυτή αναγνωρίζεται δικαίωμα επικοινωνίας στους πάππους και τις μάμμες, που συνδέονται με συγγένεια αίματος δευτέρου βαθμού με το παιδί. Επειδή δε η διατύπωση της διάταξης είναι γενική και αναφέρεται στους απώτερους ανιόντες γενικά χωρίς οποιαδήποτε διάκριση/ το ίδιο δικαίωμα παρέχεται ακόμη και στους πρόπαππους και πρόμαμμες εάν αυτοί είναι cv ζωή, παρόλο που είναι συγγενείς εξ αίματος τρίτου βαθμού με αυτά. Μετά απ' αυτά θα ήταν ανακόλουθο να θεωρηθεί ότι το δικαίωμα αυτό αποκλείεται για τους αδελφούς που είναι συγγενείς εξ αίματος δευτέρου βαθμού με το ανήλικο, ενόψει του ότι η συγγένεια εξ αίματος σε ευθεία, ή σε πλάγια γραμμή, η οποία αποτελεί κατ' άρθρο 1463 ΑΚ την ειδοποιό διαφορά μεταξύ αυτών και των απώτερων ανιόντων, δε φαίνεται να αρκεί για να θεμελιώσει διαφορετική με μεταχείριση στηριζόμενη σε οποιαδήποτε εύλογη αιτία.
   Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα, επικαλούμενη με την αίτησή της επείγουσα περίπτωση, ζητεί, ως ασφαλιστικό μέτρο, να ρυθμισθεί προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας της με την ανήλικη ετεροθαλή αδελφή της Ε. Κ., η οποία διαμένει με τον πατέρα της καθ' ου η αίτηση μετά τη λύση του γάμου του με την κοινή τους μητέρα.
   Η αίτηση εισάγεται αρμοδίως και παραδεκτώς ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. του ΚΠολΔ).
   Αυτή είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1520 παρ. 2 κατ' ανάλογη εφαρμογή σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και παρ. 3, 1463 ΑΚ, 735 ΚΠολΔ.
   Επομένως πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν
   Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων Μ. Α. (της αιτούσας) και Ε. Κ. του καθ' ου) στο ακροατήριο του δικαστηρίου, τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν, καθώς και από όλη τη διαδικασία γενικά πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Η Σ. Τ. του Π. απέκτησε από τον πρώτο της γάμο με τον Μ. Α.εξετασθέντα ως μάρτυρα, ένα τέκνο, την αιτούσα, ηλικίας 22 ετών σήμερα. Μετά τη λύση του γάμου της εκείνου τέλεσε νέο γάμο με το Σ. Κ., καθ' ου η αίτηση, από τον οποίο απέκτησαν την Ε. Κ., ηλικίας 11 και 4 ετών σήμερα. Ο γάμος αυτός λύθηκε επίσης και ηΣ.Τ., μητέρα της αιτούσας και της Ε. Κ., παντρεύτηκε για τρίτη φορά, το έτος 1998, με το Χ. Μ. Η αιτούσα και η αδελφή της διέμεναν μαζί με τη μητέρα τους και το νέο της σύζυγο ο οποίος τις κακομεταχειριζόταν, μέχρι το 1999, οπότε οι σύζυγοι μετακόμισαν, μαζί με ένα άλλο τέκνο που απέκτησαν από το δικό τους γάμο, στον Πειραιά. Μετά απ' αυτό τη μεν επιμέλεια της ανήλικης Ε. Κ. ανέλαβε ο πατέρας της καθ' ου με την 24750/2000 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία άρθρον 681 Β ΚΠολΔ και δέχθηκε τη σχετική αγωγή η δε επίσης ανήλικη κατ' εκείνο το χρόνο αιτούσα πήγε να μείνει με το δικό της πατέρα, που είχε και αυτός τελέσει νέο γάμο με άλλη γυναίκα. Η Ε. Κ. διέμενε με τον πατέρα της και τους γονείς τον, που τον βοηθούσαν φροντίζοντας την και αυτοί μέχρι την τέλεση νέου του γάμου με τηνεξετασθείσα ως μάρτυρα Ε. Κ. Μετά το γάμο του διαμένει μαζί με αυτόν και τη σύζυγό του, καθώς και τις δύο δικές της από προηγούμενο γάμο της, θυγατέρες της. Η μητέρα της ανήλικης Ε. δεν ασκεί δικαίωμα που έχει να επικοινωνεί μαζί της και γι' αυτό το λόγο η επικοινωνία της αιτούσας με την αδελφή της δεν είναι δυνατό να εξυπηρετηθεί <μέσω> αυτού τον δικαιώματος της κοινής τους μητέρας. Οι δύο αδελφές είναι στενά συνδεδεμένες και η επικοινωνία μεταξύ τους καλύπτει σημαντικές ψυχικές και συναισθηματικές ανάγκες αμφοτέρων τους, συμβάλλει δε ιδιαίτερα στην ολοκλήρωση της προσωπικότητας της μικρότερης. Ενόψει όλων των παραπάνω συνθηκών επί σειρά ετών η αιτούσα υπήρξε η μόνη στενή συγγενής-εξ αίματος από τη μητρική γραμμή που διατηρούσε επαφή με την Ελένη Κυριακού, αναπλήρωνε δε εν μέρει, λόγω και της διαφοράς ηλικίας που τις χωρίζει, την έλλειψη της μητέρας που απουσιάζει. Πριν από λίγους μήνες ο καθ' ου άρχισε να δημιουργεί προσκόμματα στην επικοινωνία των αδελφών και η αιτούσα αναγκάσθηκε να πηγαίνει έξω από το σχολείο για να δει την Ε. σία διαλείμματα ή κατά την αναχώρηση της από αυτό. Η αιτούσα διαμένει μόνη της σε διαμέρισμα από τότε που συμπλήρωσε το 21° έτος της ηλικίας της. Είναι φοιτήτρια και ταυτοχρόνως τραγουδάει και σε μεγάλα νυκτερινά κέντρα διασκέδασης τηςθεσσαλονίκης (ΦΙΞ, Γοργόνες και Μάγκες) και μεγάλων επαρχιακών πόλεων. Επί όλων αυτών κατέθεσε ο μάρτυρας πατέρας της. Η μάρτυρας του καθ' ου σύζυγος του παραδέχθηκε ότι η αιτούσα δεν έχει εμφανίσει στη ζωή της στοιχεία ανηθικότητας, διατύπωσε όμως φόβους και αντιρρήσεις ως προς την επικοινωνία των αδελφών, συνιστάμενα κυρίως στην πιθανότητα να επηρεασθεί ανήλικη ως προς τις επαγγελματικές της επιλογές και τις επιδόσεις της στο σχολείο από την ιδιότητα που έχει η αιτούσα ως τραγουδίστρια, καθώς και σε δυσμενή σχόλια που πιστεύει ότι έχει κάνει η αιτούσα σχετικά με την ίδια (τη μάρτυρα) στην ανήλικη, τα οποία, έχουν επίπτωση στη συμπεριφορά της. Αυτές όμως οι αντιρρήσεις και επιφυλάξεις, οι στηριζόμενες στα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, δεν αρκούν προς θεμελίωση σοβαρού λόγου που να επιβάλλει ναεμποδισθεί η επικοινωνία μεταξύ της αιτούσας και της Ε., κατά παραδοχή της σχετικής, ερειδόμενης στο άρθρο 1520 παρ. 2 εν τέλει ΑΚ εφαρμοζόμενο αναλόγως, ένστασης του καθ' ου. Επομένως συντρέχει επείγουσα περίπτωση για τη ρύθμιση της επικοινωνίας μεταξύ των αδελφών και η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ 'ουσίαν. Η επικοινωνία θα γίνεται κάθε δεύτερο Σάββατο κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Το δικαστήριο καταλήγει στο συγκεκριμένο τροχό ρύθμισης συν εκτιμώντας τη νεαρή ηλικία της αιτούσας και το βαθμό υπευθυνότητας της που αυτή συνεπάγεται, τη συγγενική σχέση που τη συνδέει με την Ε., την ανάγκη διατήρησης ζωντανού του συγγενικού δεσμού τους με γνώμονα κυρίως το συμφέρον της τελευταίας, αλλά και την αναγκαιότητα ομαλών σχέσεων της με το σημερινό της περιβάλλον χωρίς συνεχείς περί σπασμούς. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων επειδή η ερμηνεία του άρθρου 1520 παρ. 2 ΑΚ όσον αφορά την εφαρμογή του στην υπό κρίση ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (αρθ. 179 ΚΠολΔ).
   ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
   ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
   ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
   ΡΥΘΜΙΖΕΙ προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας της αιτούσας με την ανήλικη αδελφή της Ε. Κ. και ορίζει ότι αυτή έχει δικαίωμα να επικοινωνεί μαζί της κάθε δεύτερο Σάββατο, αρχής γενομένη από το πρώτο Σάββατο μετά την κοινοποίηση αυτής της απόφασης στον καθ' ου, από την 12η το μεσημέρι μέχρι τις 17.00 της ιδίας ημέρας. Την ανήλικη θα την παραλαμβάνει η αιτούσα από την κατοικία, στην οποία κατοικεί με τον καθ' ού, και θα την επιστρέφει, στο ίδιο μέρος.
   ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
   ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στη θεσσαλονίκη την 16η Μαρτίου 2004, παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Φυσικούδη.


πηγη: http://www.dsanet.gr/epikairothta_nomologia.asp